Στον καιρό που η μεγαλύτερη μας έννοια ήταν αν θα φυτρώσει καρπουζιά μες στην κοιλιά μας

Θα ‘πρεπε να ψηφιστεί ένας νόμος όλοι να γυρνούμε για μια μέρα σε ένα παιδικό μας καλοκαίρι

που η μόνη έννοια μας είναι αν θα φυτρώσει καρπουζιά μες στην κοιλιά μας επειδή κατάπιαμε ένα κουκούτσι

που στο δίλημμα να σταματήσουμε το κρυφτό για νερό ή κατούρημα, εμείς διαλέγαμε λίγο παιχνίδι ακόμα

που σκαρφαλώναμε στο ψυγείο του περιπτέρου να το ανοίξουμε για παγωτό αφού είχαμε περάσει μισή ώρα να διαλέγουμε από την ξεθωριασμένη, ίσα με το μπόι μας, αφίσα

που η μυρωδιά δυόσμο απ’ τους ζεστοτηγανισμένους κεφτέδες της γιαγιάς έκανε τα ποδάρια μας να τρέχουν στην κουζίνα σε χρόνο ντε τε

που φτιάχναμε να πουλήσουμε αρώματα τριαντάφυλλου και ξεπατώναμε τις τριανταφυλλιές και πάντα έβγαινε ένα άοσμο νερόζουμο που έμενε απούλητο

που μια γειτονοπούλα μόνο τα κατάφερνε και πουλούσε σαν τρελή τα διάφανα μπουκαλάκια της και όταν αυτά αποδείχτηκαν γεμάτα  με κλεμμένη κολώνια Yves Saint Laurent της μαμάς της, το καλοκαίρι είχε περάσει και εμείς μέναμε με στραπατσαρισμένα μούτρα στην πρώτη μας επαφή με την παγαποντιά του κόσμου

που τρώγαμε σουβλάκια στη λαδόκολλα και χαλβά φαρσαλινό στα ανταμώματα και στα πανηγύρια

που είχαμε ένα κουνέλι για κατοικίδιο και ο μπαμπάς σταματούσε μετά τη θάλασσα να του κόψει φύλλα ακακίας

που μαλώναμε με τους φίλους στην πιο κάτω γειτονιά αν λέγεται ακακία ή γκιουλ μπιρσίμι , μα σαν έφερε η μάνα τους λίγο εκμέκ ξεχνούσαμε την μεγάλη διαφωνία.

Ίσως ένα κομμάτι εκμέκ να λύσει τους πολέμους του κόσμου.

Νίκη, νίκη, όπου έχω νικηθεί

Πριν από την αγάπη και μαζί

Για τη ρολογιά και για το γκιουλ μπιρσίμι

Πήγαινε, πήγαινε κι ας έχω εγώ χαθεί

Leave a Reply