Λεωνής | Γιώργος Θεοτοκάς

“Στην αρχή ήταν ο Κήπος.
Ύστερα ήρθε ο Πόλεμος.
Ύστερα ήρθε Εκείνη και περπάτησε μες στον Πόλεμο, μες στον Κήπο.”

Ένα εφηβικό μυθιστόρημα με αυτοβιογραφικά στοιχεία του Γιώργου Θεοτοκά που γράφτηκε στις αρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αφηγείται στιγμές από τα χρόνια ωρίμανσης του συγγραφέα που συνέπεσαν με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Μικρασιατική Καταστροφή και λαμβάνει χώρα στην Κωνσταντινούπολη. Ο Λεωνής, γόνος αστικής ελληνικής οικογένειας εμπόρων της Πόλης περνάει τα παιδικά του χρόνια στον πράσινο Κήπο του Ταξιμιού, θαυμάζει τον μεγαλύτερο σε ηλικία φίλο του Παύλο Πρώιο, το αγόρι που είναι πάντα η Ρωσία στους πολέμους που παίζουνε και ερωτεύεται όπως ολόκληρη η ομάδα των προσκόπων του την ίδια εντυπωσιακή κοπέλα, την Ελένη Φωκά. Πολλά τα θέματα που πραγματεύεται το βιβλίο πέρα από μια απλή ιστορία ενηλικίωσης ενός παιδιού ανάμεσα στα οποία πιο ενδιαφέροντα είναι ο πρώτος έρωτας, η φιλία, ο πόλεμος, η σχέση ενός εφήβου με την τέχνη του και με τους δασκάλους του καθώς και η συνειδητοποίηση της θέσης του μέσα στο ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Έναν αιώνα σχεδόν μετά ο Λεωνής μπορεί ακόμη να διαβαστεί από νέους και έχει πράγματα να πει. Είναι ένα βιβλίο που ωστόσο οι βασικοί χαρακτήρες είναι άντρες (Λεωνής, παππούς, Πρώιος, Στασινός, Δήμης, κ.Γκαλιμπούρ) και η γυναίκα έχει τη θέση που είχαν όντως οι γυναίκες εκείνη την εποχή, δηλαδή είναι στο περιθώριο ή είναι η όμορφη, μυστήρια κοπέλα και μέχρι εκεί.

Ο πρώτος έρωτας

Το βιβλίο έχει βασικό άξονα την μετάβαση του ήρωα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία και σταδιακά στην πρώτη νιότη πράγμα που φυσικά συντελείται και μέσα από τον πρώτο έρωτα του προς μια κοπέλα της οποίας η προσωπικότητα συμπυκνώνεται στην περιγραφή: ‘ο αέρας την έσερνε απαλά από το κίτρινο φουστάνι της και την πήγαινε στην τύχη’ (σελ.132). Η Ελένη Φωκά αποδεικνύεται μια μοιραία κοπέλα που την ερωτεύονται σχεδόν όλοι στην ομάδα των προσκόπων που περιπαικτικά μετονομάζονται σε ομάδα Ελένης Φωκά. Παράλληλα, ο Λεωνής συνάπτει μια διαφορετικής μορφής σχέσης με την μεγαλύτερη του δεσποινίς Ασημάκη. Έλκεται από το σώμα της και το φόρεμα της και εκτονώνει την συσσωρευμένη ενέργεια του στη ζωγραφική του αλλά και πάλι δεν αρκεί. ‘ Ήθελε να σπάσει τους γύψους. Ήθελε να κάμει κακό. Ναι, θα μπορούσε να κάμει ό,τι χειρότερο, ό,τι πιο αισχρό περνούσε από το χέρι του’ (σελ.70). Ο Θεοτοκάς περιγράφει γλαφυρά το θυμό, την ένταση ενός εφήβου που δεν μπορεί να εξηγήσει και να καταλάβει πλήρως ακόμα τι του συμβαίνει.

Η φιλία

Ο Παύλος Πρώιος είναι το ωραίο αγόρι με τα ίδια πάντα μαβιά ρούχα (κάτι που μας προετοιμάζει για το μέλλον του), ο ιδανικός αρχηγός της ομάδας των προσκόπων, ο ιδεαλιστής έφηβος που φεύγει εθελοντής στη Μικρασιατική Εκστρατεία και αποτελεί πρότυπο για τον μικρότερο Λεωνή. ‘Να μπει κανείς μες στον αιώνα, αυτό είναι το ζήτημα. Αναλογίσου τι έγινε στον κόσμο αυτά τα χρόνια που περάσαμε παίζοντας εδώ στον Κήπο, τι γίνεται σήμερα γύρω μας […] Δεν ξέρω. Τίποτα δεν ξέρω. Οι άνθρωποι πολεμούν. Δεν μου είναι δυνατό να εξακολουθήσω να παίζω ή να ταχτοποιώ βιβλία. Θέλω να λάβω μέρος…’ (σελ. 131). Στον αντίποδα αναπτύσσεται η σχέση του με τον συνομίληκο του Δήμη, που απεικονίζεται πιο ‘γήινος’ κ πραγματιστής. Ο Δήμης (ο μόνος που δεν ερωτεύτηκε την Ελένη) ‘φρεσκοσιδερωμένος, αρωματισμένος, με τσιτωμένα μαλλιά, μ’ ένα μούτρο σα λαδωμένος ποντικός, με το ύφος της πείρας και της αυτοπεποίθησης’ (σελ. 137) είναι ο νέος που κυνηγά κορίτσια, καπνίζει, θέλει να γνωρίσει κόσμο, να χορτάσει εμπειρίες.

Ο πόλεμος και η σχέση με την Ιστορία

Ο Θεοτοκάς βλέπει τον Πόλεμο σαν ένα κόκκινο σύννεφο, μια κόκκινη σκιά που καλύπτει τα πάντα και ο ίδιος συνθέτει το μυθιστόρημα του όταν αντιλαμβάνεται αυτό το κόκκινο σύννεφο να καταφθάνει να σκεπάσει την ανθρωπότητα και εξομολογητικά γράφει σε πόσο περίπλοκη θέση ξαναβρίσκεται η γενιά του, ‘μια γενιά σημαδεμένη από κάποια μοίρα’ όπως εξηγεί στο σημείωμα στο τέλος του βιβλίου.

Για τον μικρό Λεωνή, ο πόλεμος ξεκινά σαν ένα παιχνίδι που μοιάζει με κυνηγητό και κλέφτικο ανάμεσα στις φυλλωσιές και τις μουσικές του Κήπου του Ταξιμιού. Ζει τον απόηχο του καθώς η Κωνσταντινούπολη αλλάζει χέρια από τον Γερμανό Κάιζερ στον Γάλλο στρατηγό των Συμμάχων που κέρδισαν ετούτο τον πόλεμο και τώρα παρελαύνει ‘όπως τόσοι άλλοι καβαλάρηδες στο πέρασμα των αιώνων. Την είχε πάρει χωρίς έρωτα, τούτο ήταν φανερό, και δεν είχε όρεξη να την κρατήσει […] η Πόλη, η Ευρώπη, ο κόσμος όλος δεν ήταν πια άλλο τίποτα παρά μια απέραντη σκηνή θεάτρου, όπως άλλοτε ο Κήπος του Ταξιμιού, μια σκηνή που κουνιόντανε τα έθνη, τα στρατεύματα, οι αρχηγοί καβάλα σε μεγάλα άλογα των παρελάσεων, κι έπαιζαν, θαρρείς, μια παράσταση, σύμφωνα με κάποιο μυστικό και ακατανόητο ρυθμό. Πήγαιναν, ερχόντανε, παραχωρούσαν τη θέση τους ο ένας στον άλλο, έκαναν υποκλίσεις. Είταν ένα φανταστικό, γιγάντιο μενουέτο, είταν η Ιστορία. Κι ο Λεωνής είταν κι αυτός μέσα στην Ιστορία’ (σελ. 79).

Ο έφηβος νιώθει τις κατακλυσμιαίες αλλαγές στο γύρισμα του αιώνα, την σημασία του Μεγάλου Πολέμου και την κατάρρευση της ψευδαίσθησης ότι άλλος πόλεμος δεν θα ξαναγινόταν. Η Ελλάδα πλήττεται ανεπανόρθωτα από την Μικρασιατική Εκστρατεία του 1922 και ο Λεωνής αν και δεν στρατεύεται λόγω ηλικίας, βρίσκεται μόνος στην Αθήνα σε σαφώς καλύτερη τύχη από αυτή των 1.200.000 προσφύγων της Μικρασίας. Στο ημερολόγιο που κρατά υπάρχει μια σημείωση: ‘Στην αρχή είταν η Ιστορία, το μεγάλο ατίθασο κύμα, μια απάνω και μια κάτω. Και εγώ μέσα στην Ιστορία, στην κορυφή του κύματος ή στην άκρη του χάσματος που ανοίγει άξαφνα και ρουφά τα πάντα’ (σελ. 160).

Η σχέση με την τέχνη

Ο Λεωνής ‘είχε μολύβια από όλα τα χρώματα, είχε και διάφορα κουτιά νερομπογιές και ωραία τετράδια της ιχνογραφίας’ (σελ.7). Έτσι ξεκινά το μυθιστόρημα για να τονίσει ότι ο Λεωνής είναι ένα παιδί με κλίση στη ζωγραφική και κατά τη διάρκεια της ιστορίας, η σχέση του με την τέχνη του περνάει από πολλά κύματα. Είναι μαθητής στο εργαστήριο ζωγραφικής του κ. Μοντεφρεντίνι, ενός καταξιωμένου Ιταλού ζωγράφου ωστόσο ο Λεωνής εκφράζει τις ανησυχίες του για το πότε θα πάψει να αντιγράφει φρούτα και κανάτια και θα βγεί επιτέλους να ζωγραφίσει έξω σε γειτονιές και περιβόλια, ‘να αφεθεί ολότελα στη γοητεία των χρωμάτων, να κολυμπήσει μες στα χρώματα στην τύχη και ότι βγει’ (σελ. 58). Ο Λεωνής πίστευε σε αντίθεση με το δάσκαλο του ότι τα χρώματα είναι για παιχνίδι και όχι ‘για να διδάσκουμε και να σοβαρολογούμε’ (σελ. 59) και αυτό τον καθιστούσε αυτόματα στους μισητούς “ερασιτέχνες” σύμφωνα με τον κ. Μοντεφρεντίνι.

Σε άλλο σημείο που συζητά με τον αγαπημένο του καθηγητή Γαλλικών, τον κ. Γκαλιμπούρ, ο οποίος λέει πως το γράψιμο (η τέχνη του Θεοτοκά) είναι ‘ένα μέσο για να επικοινωνήσει κανείς με την ανθρωπότητα, με τον ανθρώπινο πολιτισμό όσο το δυνατόν πιο πλατιά και πιο αποτελεσματικά’. Προς το τέλος του βιβλίου, ο ήρωας βρίσκεται πλέον σε μια άλλη πολιτεία θολή και σπαρμένη ακατάστατα ανάμεσα σε πεδιάδες και βράχους με τα σύνεργα της ζωγραφικής ανάμεσα στα λιγοστά υπάρχοντα του από την προηγούμενη ζωή του αλλά ανήμπορος να εκφραστεί. ‘Ήξερε τι ήθελε, έβλεπε μέσα του αυτό που ήθελε,μα δεν κατόρθωνε να βρει τον τρόπο να το βγάλει στο φως’ (σελ. 173). Νιώθει ότι μετά από όλες τις καταστροφές που έζησε, έχασε και την τέχνη του έστω πρόσκαιρα.

‘Χάσαμε ότι είχαμε, συλλογίζεται ο Λεώνης. Έχασα την πολιτεία μου. Έχασα τους συντρόφους μου. Έχασα τον καλύτερο φίλο μου. Έχασα την αγάπη μου. Έχασα την τέχνη μου. Τώρα να δούμε πως θα ξεκεφαλώσουμε…’ (σελ.175).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s