Το καπλάνι της βιτρίνας |Άλκη Ζέη


“Πέντε φούσκες στον αέρα, μάνα, πατέρα, μπουμ, αμπερούμ” έτσι τα έβγαζαν οι φίλοι στο Λαμαγάρι για να δούνε ποιος θα τα φυλάει στο κρυφτό. Ποιος δεν θυμάται τη Μυρτώ και την Μέλια από το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Άλκης Ζέη που πρωτοκυκλοφόρησε το 1963 και έκτοτε έχει μεταφραστεί σε εικοσιένα γλώσσες και έχει αγαπηθεί από τα παιδιά όλου του κόσμου; Ποιος δεν νοσταλγεί το σύνθημα ΕΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ που ρωτούσαν η μία στην άλλη πριν τον ύπνο να δούνε αν είναι η αδερφή τους πολύ χαρούμενη ή πολύ λυπημένη; Και ποιος μπορεί να ξεχάσει τα δύο γατάκια την Σκούρα και τη Δημοκρατία που της κόπηκε το όνομα σε Ία λόγω της δικτατορίας του Μεταξά;

Ξαναδιαβάζοντας το, έχω μόνο να πω ότι πρόκειται για ένα διαχρονικό και ζωντανό κείμενο που συνεχίζει να εμπνέει και να προκαλεί ευχαρίστηση στην ανάγνωση τόσο σε μικρούς όσο και σε μεγάλους. Παραμένει γοητευτικά απλό και ταυτόχρονα πολυεπίπεδο αποφεύγοντας τον διδακτισμό και κρατώντας το ενδιαφέρον με την προσεγμένη γραφή και την υπεύθυνη διαχείριση ευαίσθητων πολιτικοκοινωνικών θεμάτων.

Γράφτηκε στη Μόσχα όπου και ζούσε η συγγραφέας με την οικογένεια της (λόγω των αριστερών της πεποιθήσεων) και εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Θεμέλιο (με την μακράν πιο καλαίσθητη μακέτα εξωφύλλου).  Άξονας του βιβλίου είναι η οικογένεια των δύο αδερφών, της Μυρτώς και της Μέλιας (από το Μέλισσα), που ζούνε στη χώρα της Σάμου και τα καλοκαίρια παραθερίζουν στο Λαμαγάρι (εμπνευσμένο από την πραγματική τοποθεσία Μαλαγάρι στο οποίο σώζεται αρχαίος οικισμός μέχρι σήμερα).

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος ακολουθούμε τις αδερφές στις καλοκαιρινές διακοπές στο Λαμαγάρι όπου περνούν τις καθημερινές παίζοντας με τα άλλα παιδιά από τα τσαρδάκια, την Άρτεμη, τον Νόλη, κάποια μικρότερα σε ηλικία και τον ‘μπελά’ τους, την Πιπίτσα που τους φορτώνεται στα παιχνίδια. Τα σαββατοκύριακα έρχονται και οι γονείς τους και ξεκινά η ‘απελπισία’ τους αφού άλλες υποχρεώσεις παραγκωνίζουν τα παιχνίδια τους. Είναι καλοκαίρι του 1936 και ανυπομονούν να έρθει ο ξάδερφος τους, ο Νίκος, που φοιτεί στην Αθήνα. Ο Νίκος, που τον αγαπούν όλοι πολύ, ξέρει και λέει τις πιο απίθανες ιστορίες για την βαλσαμωμένη τίγρη (καπλάνι στα τουρκικά) που έχουν σε μια βιτρίνα στο σαλόνι του σπιτιού τους. Τα δύο κορίτσια μεταφέρουν τις ιστορίες στους φίλους τους και τις δικές τους εμπειρίες από τις σπάνιες συναντήσεις με το καπλάνι, καθώς το κλειδωμένο σαλόνι της θείας Δέσποινας ανοίγει μόνο τις Πέμπτες για να δεχτεί τις επισκέψεις της, τον νομάρχη, τον ιερέα, τον Αμστραντάμ Πικιπικιράμ, όπως χαριτολογώντας αποκαλούν τον πρόξενο της Ολλανδίας. Σε αυτές τις επισκέψεις όλο το σπίτι έχει θέση εκτός από τον παππού των κοριτσιών που δεν κατεβαίνει ποτέ και προτιμάει να περνάει το χρόνο του στη βιβλιοθήκη του διαβάζοντας τους ‘αρχαίους’ του. Ο παππούς τους είναι και αυτός που μέχρι τώρα επιμελείται των κατ’οίκων μαθημάτων που παρακολουθούν τα δύο κορίτσια. Το καλοκαίρι αυτό στιγματίζεται από την επιβολή της δικτατορίας και για τις ηρωίδες μοιάζει να τελειώνει απότομα μαζί με την αθωότητα των παιδικών χρόνων. Ωριμάζουν και μεγαλώνουν καθώς τα παιχνίδια αντικαθίστανται απο την ανάγκη να προστατευθεί ο ξάδερφος τους προτού συλληφθεί ως επαναστάτης από το νέο καθεστώς σε κάτι που όλη η παρέα συμβάλλει δυναμικά.

Στο δεύτερο μέρος, βρισκόμαστε πίσω στη χώρα τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς όπου τα κορίτσια σταματούν τα μαθήματα κατ’ οίκον με τον παππού και γράφονται στο ιδιωτικό σχολείο του Καρανάση. Παρακολουθούμε πως αλλάζουν οι σχέσεις της Μυρτούς και της Μέλιας καθώς ο ιδιοκτήτης του σχολείου προετοιμάζει την Μυρτώ για αρχηγό-φαλαγγίτισσα και βλέπουμε τη Μέλια να αποκτά ένα καινούργιο φίλο τον Αλέξη και να συνδράμει και πάλι τον Νίκο που κρύβεται απ’τις αρχές. Η πλοκή κλιμακώνεται τη νύχτα που η φάλαγγα καλεί την Μυρτώ να εκτελέσει έναν άθλο για να αποδείξει την πίστη της στην ομάδα. Θα υπακούσει τυφλά στο καθήκον που επιτάσσει η ομάδα απομακρυνόμενη κι άλλο από την οικογένεια της ή θα αφουγκραστεί τη φωνή της συνείδησης της; Και τι γίνεται με τον κυνηγημένο Νίκο; Τι ρόλο παίζει το καπλάνι σε όλα αυτά;

Εξαιρετικά δομημένο, ευνόητη πρωτοπρόσωπη αφήγηση, θετικά μηνύματα και περιγράφες ανεξίτηλων εικονών όπως το κάψιμο βιβλίων, τη ζωή των παιδιών στα φτωχά τσαρδάκια, το προσφυγικό ζήτημα μετά το ’22, την περίπτωση του πατέρα του Αλέξη που απολύθηκε από δημοσιογράφος, τις διακρίσεις μαθητών σε ‘κανονικά δίδακτρα’ ή ‘με έκπτωση’ και την εισβολή των χωροφυλάκων και την έρευνα του σπιτιού. Με προβλημάτισε η σχέση με τη μητέρα τους “μακάρι να ήταν η μαμά μία χοντρή μαμά σαν της Πιπίτσας, σελ.113) και η στάση του πατέρα. Ο παππούς αναδεικνύεται κεφαλή του σπιτιού αλλά ας μην λησμονούμε ότι πρόκειται για εκτεταμένες οικογένειες που δεν απαντώνται πια τόσο συχνά. 


Συνιστάται για ηλικίες 10-99. Καλή ανάγνωση!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s